Θανάσης Κεφάλας : Ο εξορυκτικός κλάδος κλειδί για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας

H  ελληνική εξορυκτική βιομηχανία, μπορεί να φτάσει ακόμα και σε διπλασιασμό της συμμετοχής της στο ΑΕΠ, εάν ξεπεραστούν οι σημερινές αγκυλώσεις δήλωσε ο  πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων κ Αθανάσιος Κεφάλας μιλώντας σε γεύμα εργασίας που παρέθεσε ο Σύνδεσμος  στους δημοσιογράφους που καλύπτουν τις δραστηριότητες του.

Όμως ούτε η δυναμική της, ούτε τα οικονομικά περιθώριά της, ούτε η υπομονή των επενδυτών της είναι απεριόριστα, είπε στην συνέχεια ο πρόεδρος του ΣΜΕ  επισημαίνοντας ότι  η μετατροπή των ορυκτών πόρων σε πλούτο έχει μεγάλο ρίσκο επένδυσης και μικρή αποδοτικότητα,  απαιτεί κεφάλαια, εργατικό δυναμικό και επιχειρηματικότητα καθώς και σταθερό επενδυτικό κλίμα, αποτελεσματική χωροταξία και κανόνες αδειοδότησης, σταθερό και φιλικό προς τους επενδυτές φορολογικό καθεστώς, ασφάλεια δικαίου και καλές εργασιακές σχέσεις.

Ο κ Κεφάλας αναφέρθηκε στην αρχή στο ευνοϊκό διεθνές οικονομικό περιβάλλον και σχολίασε ως θετικές τις πρόσφατες εξελίξεις στην ελληνική οικονομία. Επισήμανε ότι η εθνική οικονομία φαίνεται να εξέρχεται από τη πολυετή ύφεση, έστω και πιο αργά του αναμενομένου, επιβεβαιώνεται ότι ο εξορυκτικός κλάδος είναι καθοριστικός για την ανάπτυξη της χώρας, ενώ η μειούμενη αλλά ακόμα σε υψηλά επίπεδα ανεργία, ιδιαίτερα των νέων,  αποτελεί την σημαντικότερη κοινωνική πρόκληση.

Ο σημαντικός ρόλος του κλάδου επιβεβαιώνεται από τη καθοριστική συμμετοχή του στη διαμόρφωση της βιομηχανικής παραγωγής και των εξαγωγικών επιδόσεων χώρας και στην τρέχουσα χρονιά. Σημαντική άνοδο- για όγδοο κατά σειρά μήνα- κατέγραψε τον Ιούνιο έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2016 ο κύκλος εργασιών της ελληνικής βιομηχανίας, με σταθερό «αιμοδότη» της την εξωτερική αγορά. Η αύξηση αυτή κατά 8,1% προήλθε από την αύξηση κατά 11,9% του δείκτη «Ορυχείων-Λατομείων» και κατά 8,1% του δείκτη «Μεταποιητικών Βιομηχανιών» και οφείλεται στην άνοδο κατά 17,2% των πωλήσεων προς την εξωτερική αγορά και μόλις κατά 2,3%  στην εγχώρια αγορά. Η αύξηση του κύκλου εργασιών του εξορυκτικού κλάδου οφείλεται κυρίως στα βιομηχανικά ορυκτά και στα μάρμαρα.

Ο δυναμισμός του ελληνικού εξορυκτικού κλάδου οφείλεται στη μεγάλη ποικιλία των ορυκτών πόρων της χώρας, με πολλούς από αυτούς να κατέχουν πανευρωπαϊκή ή και παγκόσμια πρώτη θέση στις αντίστοιχες αλυσίδες αξίας, στη πρόσβαση σε λιμενικές εγκαταστάσεις με ανταγωνιστικό κόστος θαλασσίων μεταφορών, στο εξωστρεφές επιχειρηματικό πρότυπο που ανέπτυξαν έγκαιρα οι επιχειρήσεις του κλάδου, στη τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί ή μεταφερθεί μέσω πολυεθνικών ομίλων καθώς επίσης στη προσφορά καινοτόμων λύσεων στις ανάγκες της αγοράς.

Στην περίοδο της μακροχρόνιας κρίσης της ελληνικής οικονομίας η εξορυκτική βιομηχανία διατήρησε το παραγωγικό της δυναμικό, αντιπροσωπεύει το 3,4% του ΑΕΠ, και συνέχισε να υποστηρίζει τις εξαγωγές της χώρας καθώς επίσης να αποτελεί  βάση εφοδιασμού και της εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας. Οι επιχειρήσεις του κλάδου συνέχισαν να επενδύουν, παρ’ όλο που οι δείκτες αποδοτικότητας βρίσκονται σε αρνητικό έδαφος και το 50% απ’ αυτές δεν ήταν κερδοφόρες.

Πολιτεία και κοινή γνώμη αναγνωρίζουν πλέον τον εξορυκτικό κλάδο ως στρατηγικό πλεονέκτημα και οδηγό ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, με το 86% των Ελλήνων να πιστεύουν ότι η αξιοποίηση των ορυκτών πόρων είναι κλειδί για την οικονομική ανάπτυξη αλλά δεν υπάρχει γι’ αυτό η απαραίτητη πολιτική βούληση.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, βάσει της αξίας της εξόρυξης στη βιομηχανία και στη τέταρτη θέση βάσει της συμμετοχής της εξορυκτικής βιομηχανίας στην απασχόληση, ενώ για την ελληνική βιομηχανία η εξορυκτική δραστηριότητα είναι στην όγδοη θέση στην κατάταξη βάσει προστιθέμενης αξίας και στην έκτη θέση στην κατάταξη βάσει συνεισφοράς στην απασχόληση Προσφέρει 115.00 θέσεις εργασίας στη συντριπτική τους πλειοψηφία πλήρους απασχόλησης και ασφάλισης και χωρίς να έχουν θιγεί ουσιαστικά από τα μέτρα εσωτερικής υποτίμησης οι μισθοί των εργαζομένων, στηρίζοντας κατά κύριο λόγο την περιφερειακή ανάπτυξη.

Παρά την επενδυτική πενία των τελευταίων ετών και το αβέβαιο ακόμα επενδυτικό περιβάλλον στην χώρα μας στον εξορυκτικό κλάδο έγιναν σημαντικές επενδύσεις είτε μέσω συμμετοχών/εξαγορών είτε σε κεφαλαιουχικά στοιχεία. Τα μέλη του ΣΜΕ προγραμματίζουν επενδύσεις 1,7 δις ευρώ σε υποδομές και ενεργητικό μέχρι το 2019.

Ο κος Κεφάλας συμπερασματικά είπε ότι ο εξορυκτικός κλάδος αποτελεί  ήδη σημαντικό μέρος της ελληνικής οικονομίας με σημαντική αναπτυξιακή δυναμική λόγω της έντονης εξωστρέφειας του, ακολουθώντας τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και συνυπάρχοντας αρμονικά και με άλλες χρήσεις γης ή οικονομικές δραστηριότητες όπως ο τουρισμός. Ιδιαίτερα αναφέρθηκε σε δύο θέματα που θεωρούνται σημαντικά αλλά και επίκαιρα:

α. Οι τοπικές κοινωνίες δεν είναι παντού επαρκώς ενημερωμένες και δυσπιστούν ακόμα στην υπεύθυνη λειτουργία των εξορυκτικών επιχειρήσεων και τον αποτελεσματικό έλεγχο τους από τους αρμόδιους φορείς όσον αφορά στην τήρηση των περιβαλλοντικών όρων.

Όμως για την εξορυκτική βιομηχανία-και ειδικά για τα μέλη του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων-η ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος πέρα από σοβαρή κανονιστική υποχρέωση αποτελεί πεδίο καινοτομίας και υπεύθυνης λειτουργίας. Τα μέλη μας, υιοθετώντας από το 2006 «Κώδικα Βιώσιμης Ανάπτυξης», ενσωματώνουν στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των εξορυκτικών  έργων την προστασία του περιβάλλοντος και την αποκατάσταση του τοπίου και συνεργάζονται με τις εποπτεύουσες αρχές για τη συνεχή βελτίωση των εφαρμοζόμενων πρακτικών.

Επιπλέον ένα νέο στοιχείο στη διαχείριση του περιβάλλοντος, το οποίο καθιστά ουσιαστικά προσωρινή οπτική μεταβολή την επίπτωση της εξόρυξης στο περιβάλλον, είναι η δημιουργία ευκαιριών επαναχρησιμοποίησης ή και εγκατάστασης νέων χρήσεων γης ( μετα-μεταλλευτικές χρήσεις γης) σε περιοχές που έχει τελειώσει η εξορυκτική δραστηριότητα. Ήδη στη χώρα μας, πέρα από τα περίπου 3 εκατομμύρια δένδρα και θάμνους που έχουν φυτευθεί από το 2007 και τα περίπου 65.000 στρέμματα γης που έχουν αποκατασταθεί από το 1979 ( πάνω από 35% της έκτασης εξορυκτικών χώρων), έχουν γίνει πολλά έργα που αφορούν στην επαναδημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων,  μετατροπή παλιών ορυχείων σε φωτοβολταϊκά πάρκα,  καλλιέργεια αμπελώνων σε εκτάσεις εξοφλημένων ορυχείων, δημιουργία τεχνητών λιμνών και ανασύσταση υδροβιοτόπων, δημιουργία θεματικών μουσείων σχετικών με την εξόρυξη.

 

 

SHARE